Άνθρωποι, πλίνθοι και χελιδόνια

Άνθρωποι, πλίνθοι και χελιδόνια

Αναμνήσεις από την Κύπρο τα χρόνια του 1940

Εκδότης: Στοχαστής

Κατάστημα: €14.70
Apcer
Web: €12.94
Ποσότητα
Οριακό απόθεμα (5-15 ημέρες)
Περιγραφή
Χαρακτηριστικά
Σχόλια Χρηστών

Κύπρος 1940. Σε ένα μικρό αγροτικό χωριό κοντά στη Λευκω- σία με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου να σκιάζει όλη την οικουμένη. Χρόνια δύσκολα, χρόνια αλλιώτικα, χρόνια που έφυγαν ανεπιστρεπτί. Χρόνια γεμάτα θύμησες από μια ζωή που δεν είχε καμία σχέση με αυτό που σήμερα οι άνθρωποι νιώθουμε σαν κεκτημένο. Που δεν είχε καμία σχέση με την ευκολία του σήμερα, την ταχύτητα και τους ρυθμούς της σύγχρονης πραγματικότητας. Μια καθάρια ζωή ειδωμένη μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, του Ανδρέα Νικάνδρου, που σαν ένα είδος θεματοφύλακα μοιράζεται με τον αναγνώστη όλα όσα έσβησε ο χρόνος και η πρόοδος που τρέχουν ανελέητα και ορμητικά προς τα μπροστά, αλλά δεν χάθηκαν από τη δική του μνήμη. Καθώς οι αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων ρίζωσαν μέσα του βαθιά και μπλέχτηκαν παντοτινά με ανθρώπους αγνούς, πλίνθους και χελιδόνια... Ο συγγραφέας μεγάλωσε στην Αγία Βαρβάρα τη δεκαετία του 1940, βίωσε και σημαδεύτηκε από τον λιτό και ταπεινό τρόπο ζωής των γεωργών «ρεσπέριδων» της Κύπρου, τον οποίο και περιγράφει γλαφυρά στη μικρή αυτή μαρτυρία του. Όλες οι αγροτικές οικογένειες στην Κύπρο ήταν άρρηκτα δεμένες με τη γη, την οποία με μόχθο, σεβασμό και δύναμη ψυχής καλλιεργούσαν με μόνο μέσο τα χέρια τους, παλεύοντας για τον επιούσιο ή αλλιώς την ουσία της ζωής. Ξε- θωριασμένες εικόνες και αρώματα αλλοτινά διατρέχουν τις σελίδες του βιβλίου και μας ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο· εκεί που ο «καλλικάς», ο «στρατουράς,» ο «τσαεράς», η «μαμμού» δεν ήταν μόνο λέξεις προς αναζήτηση στα λεξικά της κυπριακής διαλέκτου, αλλά πρόσωπα υπαρκτά· εκεί όπου η αγρότισσα μάνα με τα ροζιασμένα χέρια της άλεθε τα πάντα με το γουδί «γκτιν» και το γουδοχέρι «γκτοσέριν» της, ούσα η ψυχή της αγροτικής οικογένειας· εκεί που ο αγρότης πατέρας όργωνε αγόγγυστα τα χωράφια με το άροτρο με το «νιν», το κοφτερό σίδερο, για να ταΐσει τα πεινασμένα στόματα· εκεί όπου τα αγόρια και τα κορίτσια έπαιζαν στους δρόμους «λιγκρίν», «πιριλλίν» και «ζίζηρο»· εκεί όπου οι άνθρωποι έκαναν όνειρα «ορόματα» ελπίζοντας στο ξημέρωμα ενός καλύτερου αύριο...